Αυστηροί κανόνες και πρόστιμα έως 500.000 ευρώ σε servicers
Αυστηροί κανόνες και πρόστιμα έως 500.000 ευρώ σε servicers
«Φρένο» στις ατέρμονες διαπραγματεύσεις και στις καθυστερήσεις στη ρύθμιση οφειλών από τις εταιρείες διαχείρισης, στις υπέρογκες προκαταβολές και στις καταδιωκτικές ενέργειες ακόμη και εις βάρος συνεπών δανειοληπτών βάζει η κυβέρνηση. Το νέο πλαίσιο προβλέπει αυστηρές προθεσμίες, αλλά και τσουχτερά πρόστιμα προς τους servicers που δεν τηρούν τις νέες προθεσμίες σε αιτήματα ρύθμισης οφειλών, υποχρεώνοντάς τους να απαντούν μέσα σε τρεις μήνες σε αίτημα διμερούς ρύθμισης, ενώ η συνολική διαδικασία θα πρέπει να κλείνει το αργότερο σε έξι μήνες και η προκαταβολή να μην υπερβαίνει το 15% της οφειλής. «Φρένο» στις ατέρμονες διαπραγματεύσεις και στις καθυστερήσεις στη ρύθμιση οφειλών από τις εταιρείες διαχείρισης, στις υπέρογκες προκαταβολές και στις καταδιωκτικές ενέργειες ακόμη και εις βάρος συνεπών δανειοληπτών βάζει η κυβέρνηση.Το νέο πλαίσιο που ανακοινώθηκε χθες και αναμένεται να θεσμοθετηθεί εντός του Οκτωβρίου προβλέπει αυστηρές προθεσμίες, αλλά και τσουχτερά πρόστιμα προς τους servicers που δεν τηρούν τις νέες προθεσμίες σε αιτήματα ρύθμισης οφειλών, υποχρεώνοντάς τους να απαντούν μέσα σε τρεις μήνες σε αίτημα διμερούς ρύθμισης, ενώ η συνολική διαδικασία θα πρέπει να κλείνει το αργότερο σε έξι μήνες και η προκαταβολή να μην υπερβαίνει το 15% της οφειλής.
Παράλληλα, ο οφειλέτης αποκτά δικαίωμα πλήρους ανάλυσης του χρέους του εντός 45 ημερών, με αναστολή της τοκοφορίας αν τα στοιχεία δεν δοθούν, ενώ ενισχύεται η προστασία όσων τηρούν τη ρύθμισή τους, προβλέποντας ότι καταγγελίες, κατασχέσεις και πλειστηριασμοί καθίστανται άκυροι όταν ο πιστωτής ή ο servicer παραβιάζει τους νέους κανόνες. «Ο πολίτης που χρωστάει πρέπει να ξέρει τι ισχύει και να έχει πρόταση ρύθμισης, ώστε να μπορέσει να αποπληρώσει το χρέος του και όποιος διαχειρίζεται αυτό το χρέος οφείλει να σέβεται τη συμφωνία, τον πολίτη και τον νόμο», δήλωσε ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας Κυριάκος Πιερρακάκης, συμπληρώνοντας ότι «θέλουμε προστασία για τον συνεπή οφειλέτη και λογοδοσία για όποιον παραβιάζει τους κανόνες».
Τι προβλέπουν οι νέες παρεμβάσεις για τους οφειλέτες:
1. Τέλος στις διαπραγματεύσεις χωρίς προθεσμίες, θεσπίζοντας νέα, αυτοτελή και τυποποιημένη διαδικασία διμερούς ρύθμισης, συγκεκριμένα στάδια και δεσμευτικές προθεσμίες, η οποία αντικαθιστά τον Κώδικα Δεοντολογίας. Συγκεκριμένα, ο οφειλέτης υποβάλλει την αίτηση και τον πλήρη φάκελό του και ο δανειστής υποχρεούται εντός τριών μηνών είτε να καταθέσει πρόταση βιώσιμης ρύθμισης είτε να εξηγήσει εγγράφως και τεκμηριωμένα γιατί την απορρίπτει. Ο οφειλέτης έχει ένα μήνα για να απαντήσει και ολόκληρη η διαδικασία πρέπει να έχει ολοκληρωθεί το αργότερο σε έξι μήνες.
2. Τρεις μήνες πριν από τον πλειστηριασμό, ο πιστωτής υποχρεούνται να υποβάλει πρόταση ρύθμισης. Η σχετική υποχρέωση ισχύει και σήμερα, αλλά πλέον δεν αρκεί μια τυπική πρόταση. Θα πρέπει να είναι κατάλληλη, βιώσιμη και τεκμηριωμένη, με βάση την πραγματική δυνατότητα αποπληρωμής, το εισόδημα και την περιουσιακή κατάσταση του οφειλέτη. Η πρόταση θα περιλαμβάνει συγκεκριμένα, τυποποιημένα στοιχεία, ώστε ο πολίτης να γνωρίζει με σαφήνεια τι του προτείνεται, με ποια δεδομένα και γιατί.
3. Αλλάζει συνολικά ο τρόπος με τον οποίο διεξάγεται η διμερής διαπραγμάτευση.
Κάθε πρόταση ρύθμισης θα πρέπει να είναι έγγραφη, κατάλληλη, βιώσιμη και πλήρως τεκμηριωμένη, με σαφή αναφορά στα εισοδήματα και στην συνολική περιουσία του οφειλέτη. Οπου υπάρχουν δύο εφικτές εναλλακτικές λύσεις, θα κατατίθενται και οι δύο στον οφειλέτη, ώστε να έχει πραγματική δυνατότητα επιλογής. Εάν το αίτημα για ρύθμιση απορρίπτεται, ο πιστωτής δεν θα μπορεί να περιορίζεται σε μία αναιτιολόγητη άρνηση. Θα υποχρεούται να αιτιολογεί εγγράφως την απόφασή του. Παράλληλα, θεσπίζεται δυνατότητα διαμεσολάβησης μέσω του Ελληνικού Χρηματοοικονομικού Μεσολαβητή. Με απόφαση της ΤΤΕ θα καθοριστούν οι ελάχιστες πληροφορίες που υποχρεωτικά θα περιλαμβάνονται στις προτάσεις, ώστε ο οφειλέτης να μπορεί να γνωρίζει ακριβώς πώς προέκυψε η προτεινόμενη ρύθμιση.
4. Μπαίνει για πρώτη φορά ανώτατο όριο 15% στην προκαταβολή που μπορεί να ζητήσει πιστωτής για να προχωρήσει σε απευθείας διμερή ρύθμιση. Μέχρι σήμερα το ύψος της προκαταβολής αποτελούσε αντικείμενο διαπραγμάτευσης και σε αρκετές περιπτώσεις οι απαιτήσεις ξεπερνούσαν το 30%, φθάνοντας ακόμη και στο 50% της οφειλής. Πλέον αυτό αλλάζει και όπως υπάρχει πλαφόν 10% στον Εξωδικαστικό Μηχανισμό, θεσπίζεται πλέον πλαφόν 15% και στις απευθείας διμερείς ρυθμίσεις.
5. Καθιερώνεται ένα σαφές δίχτυ προστασίας για τον πολίτη που έχει ρυθμίσει την οφειλή του και τηρεί τη συμφωνία, το οποίο θα προβλέπει ότι όσο ο οφειλέτης είναι συνεπής σε ενεργό ρύθμιση, δεν μπορεί να βρίσκεται αντιμέτωπος με καταγγελία της ρύθμισης, διαταγή πληρωμής, κατάσχεση ή συνέχιση πλειστηριασμού. Η ίδια προστασία ισχύει όταν μία δόση δεν καταβλήθηκε επειδή ο πιστωτής ή ο servicer δεν χορήγησε εγκαίρως τα αναγκαία στοιχεία για την πληρωμή της.
Κάθε σχετική παράνομη πράξη θα είναι αυτοδικαίως άκυρη και επιπλέον:
• Πιστώνεται υπέρ του οφειλέτη ποσό ίσο με πέντε μηνιαίες δόσεις.
• Η ρύθμιση παρατείνεται κατά πέντε μήνες χωρίς καμία πρόσθετη επιβάρυνση.
• Αποκαθίστανται οι συνέπειες της παράνομης ενέργειας.
• Επιβάλλεται διοικητικό πρόστιμο από 50.000 έως 500.000 ευρώ στον πιστωτή.
• Σε περίπτωση επανάληψης ενεργοποιούνται αυξημένες εποπτικές συνέπειες.
6. Κατοχυρώνεται ρητώς το δικαίωμα κάθε οφειλέτη να λαμβάνει δωρεάν, πλήρη και αναλυτική εικόνα της οφειλής του, καθώς θα μπορεί να ζητάει τις συμβάσεις και τις τροποποιήσεις τους, ολόκληρο το ιστορικό των καταβολών, τον τρόπο υπολογισμού του επιτοκίου και αναλυτική αποτύπωση κεφαλαίου, τόκων, προμηθειών και κάθε άλλης επιβάρυνσης. Τα στοιχεία θα πρέπει να παρέχονται μέσα σε 45 ημέρες, εφόσον δεν είναι ήδη πλήρως διαθέσιμα στο σύστημα προσωποποιημένης πληροφόρησης. Εάν ο πιστωτής δεν δώσει εγκαίρως τα στοιχεία, αναστέλλεται η τοκοφορία της οφειλής μέχρι να τα χορηγήσει πλήρως.
7. Μπαίνει φρένο στη χωρίς όριο διόγκωση χρεών, με επαναφορά της προστατευτικής ρύθμισης του άρθρου 39 του Ν. 3259/2004 που προέβλεπε ότι για δάνεια ή πιστώσεις που είχαν συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος του νόμου, η συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή δεν μπορούσε να υπερβαίνει το τριπλάσιο του ληφθέντος κεφαλαίου. Για αλληλόχρεους λογαριασμούς, η βάση ήταν το χρεωστικό υπόλοιπο κατά την τελευταία εκταμίευση. Τα όρια αυτά θα ισχύουν πλέον καθολικά χωρίς προθεσμία για την υποβολή αίτησης ή το ύψος του δανείου ή άλλοι περιορισμοί που προβλέπονταν στον παραπάνω νόμο. Τράπεζες και εταιρείες διαχείρισης είναι υποχρεωμένες να αναπροσαρμόσουν αντιστοίχως τις απαιτήσεις τους για όλα τα δάνεια και τις πιστώσεις που βρίσκονται σε καθυστέρηση τουλάχιστον 90 ημερών, ενώ τίθεται σαφές ανώτατο όριο στη συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή.
8. Διευρύνεται η προστασία για οικογένειες παιδιών με αναπηρία, με επέκταση των δικαιωμάτων που ισχύουν για τα άτομα με αναπηρία και στους γονείς ή νόμιμους φροντιστές εξαρτώμενων τέκνων με πιστοποιημένο ποσοστό αναπηρίας 67% και άνω.
Τέλος, το δεύτερο σκέλος των παρεμβάσεων αυστηροποιεί ουσιαστικά την εποπτεία των servicers, επιβάλλοντας μεγαλύτερη δημόσια διαφάνεια για τα οικονομικά τους μεγέθη, την εταιρική διακυβέρνηση, τα χαρτοφυλάκια που διαχειρίζονται, τις επιδόσεις τους και τον χειρισμό των παραπόνων των δανειοληπτών.
Παράλληλα, οι εταιρείες θα καταθέτουν κάθε χρόνο στην ΤΤΕ αναλυτικό σχέδιο διαχείρισης, με προβλέψεις εισπράξεων, κόστος, κινδύνους και δείκτες απόδοσης, ενώ σε κάθε πώληση δανείων στη δευτερογενή αγορά θα παρεμβάλλεται υποχρεωτικά διαχειριστής πιστώσεων, ο οποίος θα λογοδοτεί για τη διαδικασία.
Ειδικός ανεξάρτητος ετήσιος έλεγχος θεσπίζεται για τις τιτλοποιήσεις με εγγύηση του Δημοσίου, ενώ ενισχύονται και δημοσιοποιούνται οι κυρώσεις της ΤΤΕ. Τέλος, το υπουργείο αποκτά ρητή εποπτική αρμοδιότητα για τα στοιχεία που αναρτώνται στην ηλεκτρονική πλατφόρμα μη εξυπηρετούμενων δανείων, ιδίως για τις συναλλαγές πώλησης χαρτοφυλακίων.
Λάθος στοιχεία και αντιδικίες για τις δόσεις
Βάση των νέων παρεμβάσεων του υπουργείου αποτελούν τα παράπονα που έχει συγκεντρώσει η Γενική Γραμματεία Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους, από τα οποία προκύπτει ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα στις σχέσεις οφειλετών – servicers δεν αφορά μόνο την άρνηση ρύθμισης, αλλά την ίδια την εφαρμογή και παρακολούθησή της. Συγκεκριμένα, από τις 96 καταγγελίες που έχει ταξινομήσει, οι περιπτώσεις που σχετίζονται άμεσα με την εξυπηρέτηση ενεργού ρύθμισης, όπως η μη αποστολή δοσολογίου ή κωδικών, τα προβλήματα στο e-portal, οι αποκλίσεις στο προς αποπληρωμή δοσολόγιο ή ο συνδυασμός τους, είναι 48, δηλαδή ακριβώς το 50% του συνόλου. Η μεγαλύτερη μεμονωμένη κατηγορία (27 περιπτώσεις) είναι η μη άντληση ή η λανθασμένη άντληση στοιχείων στην αίτηση και οι διαφωνίες για το ύψος της οφειλής, τις εξασφαλίσεις και άλλα δεδομένα. Μαζί με τα ζητήματα δοσολογίων, οι καταγγελίες για πληροφόρηση, στοιχεία και ορθή αποτύπωση της οφειλής φθάνουν τις 75, δηλαδή σχεδόν 8 στις 10. Υπάρχουν επίσης 17 καταγγελίες για άλλα σοβαρά θέματα, στα οποία περιλαμβάνονται πλειστηριασμοί και διαμαρτυρίες για μη υποβολή πρότασης ρύθμισης. Αλλες 6 αφορούν διαδοχικά αιτήματα διόρθωσης ή επιστροφή της αίτησης από τον πιστωτή, ένδειξη ότι η διαδικασία καθυστερεί επανειλημμένως πριν καν οδηγηθεί σε ουσιαστική αξιολόγηση. Οι καταγγελίες για τον νόμο Κατσέλη ενισχύουν το ίδιο συμπέρασμα, δηλαδή ότι το πρόβλημα δεν είναι απλώς η διαπραγμάτευση μιας ρύθμισης, αλλά η έλλειψη στοιχείων, η αδυναμία επικοινωνίας και η μη ομαλή εκτέλεσή της. Στο αρχείο καταγράφονται 299 καταγγελίες από 258 φυσικά πρόσωπα ή επιχειρήσεις. Η μεγαλύτερη κατηγορία, με 71 περιπτώσεις ή 23,75%, αφορά τη μη ανταπόκριση των servicers σε αιτήματα για στοιχεία, το επιτόκιο και το υπόλοιπο του δανείου. Ακολουθούν η μη συνεργασία του πιστωτή σε υποθέσεις με διαταγές πληρωμής, κατασχέσεις ή πλειστηριασμούς (34 περιπτώσεις ή 11,37%), η αμφισβήτηση του ύψους της οφειλής (28 ή 9,36%) και η ενημέρωση για την εξόφληση ή την καρτέλα του δανείου (25 ή 8,36%). Ιδιαίτερη σημασία έχουν επίσης οι 19 καταγγελίες για ελλιπή στοιχεία ή αδυναμία πρόσβασης στο portal του πιστωτή. Συνολικά, οι καταγγελίες για επικοινωνία και πρόσβαση σε βασική πληροφόρηση φτάνουν στις 115, δηλαδή το 38,5% του συνόλου. Αν προστεθούν και οι αμφισβητήσεις για το ύψος της οφειλής, οι δυσλειτουργίες γύρω από την πληροφόρηση και την αποτύπωση του χρέους αφορούν σχεδόν τις μισές καταγγελίες.
Ενα ΑΕΠ της Ελλάδας το ληξιπρόθεσμο χρέος νοικοκυριών και επιχειρήσεων
Σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα παραμένει το ληξιπρόθεσμο χρέος των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων, φτάνοντας στα 238,6 δισ., ή το 96,1% του ΑΕΠ, σημειώνοντας μάλιστα αύξηση κατά 5,4 δισ. σε σύγκριση με το 2019. Η αύξηση αυτή καταγράφεται έπειτα από μια πολυετή περίοδο ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας, σημαντική αύξηση της απασχόλησης και αποκλιμάκωση της ανεργίας σε μονοψήφια ποσοστά. Αν και λόγω της μεγέθυνσης της οικονομίας και της σημαντικής αύξησης των νέων δανείων το ληξιπρόθεσμο ιδιωτικό χρέος ως ποσοστό του συνολικού ιδιωτικού χρέους έχει παρουσιάσει σημαντική μείωση άνω των 14 ποσοστιαίων μονάδων από το 2019, κλείνοντας σε 56,7% το 2026, το γεγονός ότι ένας στους δύο Ελληνες μεταξύ του ενεργού πληθυσμού έχει καθυστερημένες οφειλές επιβεβαιώνει ότι το πρόβλημα παραμένει ιδιαίτερα οξύ, στερώντας πόρους από την πραγματική οικονομία.
Το κέντρο βάρους του προβλήματος έχει μετακινηθεί στο Δημόσιο. Οι οφειλές προς εφορία και ασφαλιστικά ταμεία φθάνουν στα 166,3 δισ. από 141 δισ. το 2019 και αντιστοιχούν σχεδόν στο 70% του ληξιπρόθεσμου ιδιωτικού χρέους, ενώ τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια προς τράπεζες και servicers έχουν περιοριστεί στα 72,3 δισ. από 92,2 δισ. το 2019. Σύμφωνα με στοιχεία που περιλαμβάνονται στην τριμηνιαία έκθεση του ΙΟΒΕ, οι εισπράξεις από το παλιό χρέος παραμένουν πολύ χαμηλές και συγκεκριμένα στο 3% και 4,5% για τα χρέη προς τον ΕΦΚΑ, ενώ το ποσοστό εισπραξιμότητας αυξάνεται στο 41,5% για τις νέες οφειλές προς την ΑΑΔΕ. Αυτό δείχνει ότι σημαντικό μέρος του αποθέματος είναι εξαιρετικά δύσκολα εισπράξιμο.
Στην εφορία, το χρέος είναι ιδιαίτερα συγκεντρωμένο, καθώς το 0,7% των οφειλετών, με οφειλές άνω των 300.000 ευρώ, χρωστάει 93,9 δισ., δηλαδή το 82,5% του συνόλου, ενώ το 77,5% των οφειλετών με χρέη κάτω από 3.000 ευρώ αντιστοιχεί μόλις στο 1,3% του ποσού. Αντιστοίχως, στον ΕΦΚΑ το 63,2% του χρέους, ή 32,7 δισ., προέρχεται από οφειλές που άρχισαν να συσσωρεύονται πριν από το 2010.
Σε ό,τι αφορά τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια προς servicers και τράπεζες μειώθηκαν στα 72,3 δισ., από 92,2 δισ. ευρώ το 2019 με τον κύριο όγκο –66,4 δισ., ή το 91,7% των συνολικών ΜΕΔ– να διαχειρίζονται πλέον οι servicers. Να σημειωθεί πάντως ότι τα χρέη προς το Δημόσιο περιλαμβάνουν τόκους και προσαυξήσεις, ενώ τα χρέη προς servicers και τράπεζες καταγράφονται σε ακαθάριστη λογιστική αξία και όχι ως συνολική νομική απαίτηση, η οποία σε πολλές περιπτώσεις είναι υψηλότερη και διεκδικείται ανάλογα και με την αξία της ακίνητης περιουσίας.


Δεν υπάρχουν σχόλια